Make your own free website on Tripod.com

Ιστορικά Στοιχεία

Νιάτα

Το 1444 μ.χ. ο επίσκοπος Έλους Ιωακείμ, προκειμένου να συνάψει δάνειο από τον

επίσκοπο Μονεμβασίας Γρηγόριο, έθεσε τα Νιάτα μαζί με τρία άλλα χωριά(Απιδιά-Γούβες-Μπεζάνι) ως ενέχυρο. Ως μάρτυρας είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη και ο Αναστάσιος Μοίρας. Κατόπιν όμως αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επανήλθε και πάλι στη δικαιοδοσία της επισκοπής Έλους.

Από άλλη πληροφορία - έγγραφο διαθήκης - μαθαίνουμε οτι πρόκειται για πώληση ή μάλλον ανταλλαγή “υποστατικών”,δηλαδή μίας εκκλησίας στην Ύδρα και διάφορων κτημάτων στο Γεράκι και το Βλαχιώτη. Σαν μάρτυρας είχε υπογράψει και ο Γεώργιος Μοίρας.

Την 26η Μαρτίου 1821 πολλοί μαχητές από Νιάτα υπό την αρχηγία του Γρηγορίου Μοίρα έλαβαν μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας.

Κατά τον Σεπτέμβριο του1825 κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ τα Νιάτα πυρπολήθηκαν και λεηλατήθηκαν. Οι κάτοικοι του χωριού αιχμαλωτίστηκαν -περίπου 100-, από τους οποίους μόνο λίγες γυναίκες ελευθερώθηκαν μετά την επανάσταση και κατόπιν ενεργειών του πρώτου Κυβερνήτη Καποδίστρία.



Απιδέα

Η πρώτη καταστροφή έγινε με την άλωση της Πελοποννήσου. Λέγεται οτι υπήρχαν περίπου τετρακόσσιες οικογένειες. Η δεύτερη καταστροφή μετά την επανάσταση του 1770.



Μπεζάνι

Το 1812 ο Χασάμπασας και Αχμεταγαδάκια έλαβαν από τους χωρικούς μετρητά

γρ. 1.600 και τους πούλησαν περιοχή την οποία έλεγαν ότι είχαν στην κυριαρχία τους. Παίρνοντας οι χωρικοί τη γή πλήρωσαν τα 1600 γρόσια και όταν μάζεψαν τη συγκομιδή, πλήρωσαν και άλλα 75 γρόσια, από 5 η κάθε οικογένεια.

Από το βιβλίο του Λ . Κατσώρη Επιδαύρου Λιμηρά διαβάζουμε ότι:

...“Οι Βλαχιώται εφόνευσαν έναν Τούρκον εις το Μπεζάνι ένα χρόνο προ της επαναστάσεως του 1770 και κατά τον τουρκικόν νόμον κατεδικάσθη το χωριόν να πληρώση γκερεμέ, 2.800. Οι κάτοικοι μη δυνάμενοι να πληρώση, εδανείσθησαν από Τούρκους και έβαλαν υποθήκην τα κτήματα των και ούτος οι Τούρκοι κατεξουσίαν την γην”.



Γκαγκανιά

Σ’ αυτή τη γη απασχολούνταν λίγοι κάτοικοι από τα Νιάτα επειδή η γη στο χωριό δεν επαρκούσε. Επί των ημερών του Βελήπασα-Σατράπη-της Πελοποννήσου πήγε ο Ηγούμενος και ζήτησε την περιοχή από τους κατακτητές που πείστηκαν να παραιτηθούν, αλλά επειδή υποπτεύθηκε την πλάνη αναχώρησε. Μετά επανάσταση του 1821 ο Ηγούμενος πήγε και κατοίκησε στην περιοχή καλλιεργώντας δέντρα. Οι ενοικιαστές των εθνικών κτημάτων παραιτούνταν σιγά-σιγά από την περιοχή αφήνωντας τα κτήματα και έτσι σε λίγο καιρό έγινε “μονίνδριον φιλοπόνου όντος του ηγουμενεύοντος”.



Φοινίκι

Στο χωριό αυτό κατοικούσαν περίπου 81 οικογένειες, ψυχές 242. Λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ.

Καταβόθρα

Πριν την επανάσταση υπήρχαν εως 100 γιδοπρόβατα και 150 μελίσσια, τα οποία ξοδεύτηκαν στην πολιορκία του φρουρίου.

“Οσπίτια ιδιόκτητα 36

Εθνικά με τα προαύλια των 51

15 καμμένα από τον Ιμπραήμ”.



Βρονταμάς

Οι κάτοικοι του χωρίου αιχμαλωτίσθηκαν όλοι από τον Ιμπραήμ, εκτός μιας οικογένειας. Περίπου 21 οικογένειες, 57 άτομα.

Βιβλιογραφία : Από το βιβλίο ( περιοδικό ) Λακωνικές Σπουδές. Ελένη Δ. Μπέλια Τόμος 5

Κρεμαστή

Χτίστηκε πολλά έτη πριν το 1722. Ήταν το κεφαλοχώρι του Ζάρακος και η έδρα της δημογεροντίας. Σ‘ αυτά τα μέρη έδρασε ο ονομαστός κλέφτης Καρακίτσος, κατά τη φοβερή επιδρομή του Ιμπραήμ. Πολλοί είχαν καταφύγει στην Κρεμαστή από χωριά του Έλους και από γειτονικά χωριά. Στην Κρεμαστή κατέφθασε ο Θ. Κολοκοτρώνης απέφυγε δε να βάλει το ελληνικό στράτευμα στα πεδινά και παρακολουθούσε τους εχθρούς από τα βουνά. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ εκατοντάδες άνθρωποι από τα χωριά του Έλους και από τ’ άλλα χωριά του Ζάρακος κατέφυγαν για να σωθούν στο Κυπαρίσσι και στην Κρεμαστή αλλά βρήκαν πικρό τέλος.

Οι Βατικιώτες από τους πρώτους εξεγερθέντες πήγαν με πολλούς ναύτες και πήραν μέρος στις πρώτες επιθέσεις του ελληνικού στόλου εναντίον των Τούρκων.

Στις 24 Μαρτίου 1821 αντάρτικα σώματα από το Ζάρακα με αρχηγό τον Γ. Δρίβα και υπαρχηγό τον Γ. Ηλιόπουλο, από τα Καλύβια “Ασωπού” με αρχηγούς τον Σταθάκη το Ζουμπουλάκη, από τα Νιάτα με τον Γρηγόριο Μοίρα, από την Ελίκα και τον Αρχάγγελο με αρχηγό τον Ιωάννη Κρανίδι, αφού ενώθηκαν με τ’ άλλα στρατιωτικά σώματα των Μανιατών άρχισαν την πολιορκία της Μονεμβασιάς και έμειναν μέχρι την άλωση αυτής.Μετά απ’ αυτό πήγαν σε άλλα στρατόπεδα και έλαβαν μέρος σε διάφορες μάχες.

Η πιο σημαντική προσφορά της επαρχίας μας ήταν το νίτρο που κατά 75% είναι αναγκαίο για την παρασκευή πυρίτιδος. Τα σπήλαια της Μονεμβάσιας και του Έλους έχουν γη μεταλλική πολύ πλούσια σε νίτρο.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1825 ο Ιμπραήμ με 25.000 στρατό προχώρησε προς τον Ζάρακα και κατέληξε στο Κυπαρίσσι όπου πανικόβλητοι είχαν καταφύγει πάρα πολλοί απ’ τα χωριά του Έλους. Οι καταδιωγμένοι ήταν 1.500-2.000 δηλαδή το 1/3 της επαρχίας. Ο Ιμπραήμ πέρασε από το Μαριόρεμα όπου τον χτύπησε ο Στάικος Σταϊκόπουλος.

Όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Κυπαρίσσι 1.000 άνθρωποι περίπου κατέφυγαν στο κάστρο “παλιόχωρα” θέση ασφαλείς και δυσκολόβατη. Δυστυχώς προδόθηκαν από κάποιον απ’ το Μαρί και τότε οι Τουρκαλβανοί κατέσφαξαν τους μαχητές και τα γυναικόπαιδα τα πήραν αιχμαλώτους. Ύστερα ο Ιμπραήμ προχώρησε στην Κρεμαστή όπου την έκαψε.

Η δεύτερη φάλαγγα του Ιμπραήμ έκαψε το Βρονταμά. Μετά την απελευθέρωση και κατόπιν υπογραφής το 1829 ελάχιστοι επέστρεψαν από τους αιχμαλώτους που είχε πάρει ο Ιμπραήμ : Από τα Νιάτα 2 άτομα της οικογένειας Ζώταλη, από τα Κουπιά 6 άτομα της οικογένειας και Παναρίτη,από τη Ρειχιά η γριά Σαρπάνη και από το Κυπαρίσσι η γριά Κουρούπη.

Βιβλιογραφία: Επιδαύρου Λιμηρά Α. ΚΑΤΣΩΡΗ



Έλος

Η περιοχή Έλους κατακτήθηκε όπως και η υπόλοιπη Λακωνία από τους Τούρκους το 1461 μ.χ.

Το 1463 μ.χ. ο Μωάμεθ Β΄ θέλησε να ευνοήσει τους Μανιάτες και γι αυτό παραχώρησε στον Κροκόδειλο Κλαδά το τιμάριο του Έλουςμε την εύφορη πεδιάδα. Αλλά ο Κλαδάς δεν δέχθηκε την προσφορά και συμμάχησε με τους Ενετούς εναντίον του Μωάμεθ.

Το 1687 μ.χ. η επαρχία περιήλθε στους Ενετούς. Η περιοχή Έλους όπως και όλα τα παράλια της Λακωνικής υπάγονται στο Γενικό Προβλεπτή, που είχε την έδρα του στη Μονεμβάσια.

Κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας τα πράγματα στην περιοχή Έλους καλυτέρευσαν. Τούρκοι ελάχιστοι έμειναν και αυτοί σε ορισμένα χωριά μόνο. Τότε ιδρύθηκαν και νέα χωριά, όπως το Δουραλή, το Σεϊδαλή, ο Λεήμονας ( Άγιος Παντελεήμονας - Λεήμονας ) και η Μυρτιά. Όλα δε τα χωριά υπάγονταν στην ίδια εκκλησιαστική περιφέρεια, στην επισκοπή Έλους.

Οι κάτοικοι πολλά δεινά υπέφεραν μετά την αποτυχία της επαναστάσεως του Ορλώφ το 1769 μ.χ. Η Υψηλή Πύλη διέταξε και 12 χιλιάδες Τουρκοαλβανοί “ανεκδιηγήτα και απίθατα διέπραξαν”, ως διηγείται ο Μιχ. Οικονόμου. Μακάριοι οι καταρθώσαντες να φύγουν. Όσοι σώθηκαν έφυγαν στα Κύθηρα (υπό την κυριαρχία της Αγγλίας ) και σε άλλα νησιά του Αιγαίου. Ο Δημ. Πασχάλης γράφει ότι έφτασαν ως την Άνδρο.

Ολόκληρη η περιοχή έγινε ελεύθερη από τις 23 Μάρτη του 1821. Τότε κατόπιν επιτυχίας του στρατηγήματος του Αναγνωσταρά οι Τούρκοι πανικόβλητοι έφυγαν προς σωτηρία στο φρούριο της Μονεμβασίας.

Στον Εθνικό Αγώνα του 1821 μετείχαν πολλοί κάτοικοι του Έλους και πολέμησαν σε διάφορες μάχες, που έγιναν στην Πελοπόνήσο.

Φοβερή όμως ήταν η καταστροφή κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ.

Ο Κ . Πίσσιος γράφει τα εξής : “Ο Ιμβραήμ μετά τα Τρίνησα επροχώρησε συνέχεια στο Έλος και έκαψε όλα τα χωριά, ως τα σύνορα της Μονεμβασίας. Την άλλη μέρα από το χωριό Γεράκι κίνησε για τη Μονεμβασία καίγοντας και λεηλατώντας. Κατόπιν επέστρεψε προς τα πίσω και κινήθηκε από δύο μέρη με δύο τμήματα. Το ένα πήγε και έκαψε το χωριό Νιάτα, ενώ το άλλο βάδιζε στην Απιδιά. Εκεί συγκεντρώθηκαν όλα τα τμήματα και διανυκτέρευσαν. Την άλλη μέρα χωρίστηκαν πάλι σε δύο και άλλο πήγε στο Γεράκι.... Όλα τα χωριά είχαν ερημευθή, γιατί οι κάτοικοι των τα είχαν εγκαταλήψει και η μανία των Αιγυπτίων ξεσπάει στα σπίτια και στις εκκλησίες. Καίνε τα πάντα, σκοτώνουν και αιχμαλωτίζουν όσους προφτάνουν”.

Τα θύματα της φοβερής αυτής διώξεως θα ήταν πολλά, αλλά πρόφτασαν και έφυγαν προς τα ορεινά χωριά του Πάρνωνα ( Κοσμά, Κρεμαστή, Κυπαρίσσι ).

Η απεγνωσμένη αντίσταση του Κώστα Σουλιώτη επί τρείς μέρες στα Τρίνησα έδωσε καιρό στο πληθυσμό του Έλους να φύγει ψηλότερα και να σωθεί.



Επισκοπή Έλους

Το Έλος αποτέλεσε αυτοκέφαλη επισκοπική περιφέρεια. Ιδρύθηκε κατά τον 10ον ή 11ον μ.χ. αιώνα χωρίς να αποκλείεται και νωρίτερα. Αρχικά υπάγονταν στη Μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Πάντος αναγράφεται στο Χρυσόβουλο λόγο του Ανδρόνικου Β΄ το 1292 μ.χ. προς τους Μονεμβασιώτες. Η επισκοπή Έλους διατηρήθηκε σ’ όλους τους μετέπειτα αιώνες της Τουρκοκρατίας και στη συνέχεια υπάγονταν στη Μητρόπολη Μονεμβασίας, όπως φαίνεται από τον Κώδικα της Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Καλαμάτας, που σώζεται στη Εθνική Βιβλιοθήκη και περιλαμβάνει ειδήσεις αναφερομένες στην εκκλησιαστική διοίκηση της επαρχίας Έλους.

Η έκταση της επισκοπής Έλους καθορίζεται από Γερακί - Σκάλας μέχρι και Νιάτα και με έδρα άλλοτε την Σκάλα, άλλοτε το Γεράκι και άλλοτε το Φιλίσσι. Τέλος καταργήθηκε μετά την απελευθέρωση του Έθνους με το Βασιλικό Διάταγμα της 2 Δεκεμβρίου 1833, όταν ο αριθμός των επισκοπών του Ελληνικού Βασιλείου καθορίστηκε σε δέκα, μία σε κάθε νομό. Ευτύχησε να έχει επισκόπους πολύ μορφωμένους. Το 1700 μ.χ. σπουδαιότερος ήταν ο Νικόδημος Βαβατενής, αξιόλογος νεοέλληνας λόγιος και κληρικός και δάσκαλος στήν Αθήνα. Πέθανε στην Αμοργό και ο τάφος του είναι προ της ωραίας πύλης του ενοριακού ναού “Μεταμόρφωση του Σωτήρος” και σε μαρμαρίνη πλάκα αναγράφεται “Τύμβος ενθάδε κείται ο πρώην Έλους Νικόδημος”.

Ο επίσκοπος Έλους Ιωακείμ για προσωπικές χρηματικές του ανάγκες είχε δανειστεί ποσό χρημάτων και ως ενέχυρο είχε δώσει τα χωριά Απιδέα, Γούβες, Νιάτα και Βεζάνι. Αφού εξόφλησε το χρέος του, το έγγραφο της χρεωστικής πράξης δεν του επεστράφηκε από τον διάδοχό του-εν τω μεταξύ αποθανόντος- Μητροπολίτου Μονεμβασίας.Το ζήτημα τότε έφθασε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο Ιωακείμ πήγε στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από τον Μοίρα από τα Νιάτα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αφού χαρακτήρησε “ως βίαιαν και ληστρικήν την κατοχήν των ειρημένων χωρίων” και ανεγνώρισε το δίκαιον του επισκόπου Έλους, με απόφασή του κύρηξε την επάνοδο των 4 χωριών στην επισκοπή Έλους.

Από ένα άλλο έγγραφο διαθήκης παρέχεται η πληροφορία για πώληση ή μάλλον ανταλλαγή “υποστατικών” δηλαδή μιας Εκκλησίας στην Ύδραν και διαφόρων κτημάτων στο Γεράκι και το Βλαχιώτη.Ως μάρτυς είχε υπογράψει και ο Γεώργιος Μοίρας.



Άνθιμος Σκαλιστήρης

Ο Άνθιμος Σκαλιστήρης από το Στενό της Τριπόλης, κάθησε στον επισκοπικό θρόνο λίγο πριν την επανάσταση και εξελέγη, διότι, κατά τον Φραντζή, “ήτο εργάτης ολίγον της ελληνικής γλώσης, αλλ’ απήλαυεν υπολήψεως μεγάλης δια τα σταθερά Θρησκευτικά του φρονήματα”.

Νωρίς μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία και τόσο δραστήρια εργάζονταν για την διάδοση των αρχών της, ώστε ο Π. Πατρών ( απομνημονεύματα τόμος 6.75 ) γράφει “πάσχουν εφάμιλλοί μου να αναδειχθούν ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Έλους Άνθιμος, ο Μεθώνης Γρηγόριος”. Ο Φωτάκος γράφει ότι “ από τόσο ένθον ζήλον κατείχετο, ώστε είχε συντάξει μίαν ιδικήν του ευχήν, που οι ιερείς της δικαιοδοσίας του εδιάβαζαν μετά την επίκλησιν”. Ο Σπηλιάδης επίσης γράφει ότι στα κηρύγματα του τόνιζε “ ότι μόνον όσοι χριστιανοί φονεύουν Τούρκους, είχον την άδειαν να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων
”.

Πριν από την κήρυξη της Επαναστάσης είχε έρθει σε επαφή με τους Σπηλιωτόπουλους, που είχαν μπαρουτόμηλους στη Δημητσάνα και κρυφά τους έστειλε νίτρο “ για την παρασκευήν της πυρίτιδος, ως πληρωμήν ελάμβανε έτοιμον πυρίτιδα και βόλια και τα έκρυπτεν εις μυστικάς αποθήκας δια τον αναμενόμενον Αγώνα”.

Την 23 Μαρτίου 1821 ακολούθησε τους Μανιάτες και πήγε στη Μονεμβασία για την έναρη της πολιορκίας της. Μετά δύο μέρες ευλόγησε τα όπλα των συγκεντρώμενων πολιορκητών.

Απ’ εκεί έφυγε και πήγε στο στρατόπεδο των Βερβαίνων “συνοδεύων και ενθαρρύνων ( Ιστορικά της Ελλην. παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών 1873 σ. 108 ) και ευλογών τους εκ της επισκοπής του και λοιπούς στρατιώτας, ηγόρευε εις τους στρατιώτας αφελώς μεν, αλλά μετά εθνουσιασμού, τα μεν όπλα των απεκάλει “Θεοτίμητα”, “Θεοφρούρητα”, “Θεοδόξαστα” και τους ασθενούντας εσταύρωνεν ένεκεν υγείας, ως με άγιον τι ή με τας ιδίας αυτών λερωμένας ποδιάς ή με τα όπλα των εμπνέων ούτως αυτοίς πεποίθησιν περί της του αγώνος ιερότητος”.

Στη συγκέντωση των προυχόντων, αρχιερέων και οπλαρχηγών της Πελοποννήσου στη μονή των Καλτεζών, για να δώσει το παράδειγμα, πρώτος υπέγραψε το πρακτικό και όταν έγινε δοξολογία, όπως γράφει ο Σπ. Τρικούπης ( Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως )
:

“ο ενάρετος, ο ταπεινότατος και φιλοπατρίς Έλους Άνθιμος επήρεν εκ της ζώνης του Χαραλάμπη τας δύο πιστολάς του, έκανε δι’ αυτων το σημείον του σταυρού και προτείνας αυτάς εις τους προεστώτας είπε μεγαλοφώνως : ( Έλληνες! ο Κύριος ηυλόγησε και αγίασε τα όπλα μας ). Οι λόγοι του ανδρός ηλέκτρισαν όλον το ακροατήριον”.

Ο Κολοκοτρώνης, ο Μαυρομιχάλης, ο Γιατράκος κ.τ.λ. πήραν επίσημα το χρίσμα του αρχηγού από τον Άνθιμο.

Πήγε στην Ύδρα και έφερε σε πέρας μία μεγάλη αποστολή, που του είχε ανατεθεί από τους αρχηγούς της πολιορκίας της Τριπόλεως. Έπρεπε να πείσει τους νησιώτες της Ύδρας και Σπετσών να μετάσχουν στην Επανάσταση, γιατί χωρίς στόλο όλος ο αγώνας θα ήταν καταδικασμένος να αποτύχη.

“Επέτυχε γράφει ο Π. Πατρών Γερμανός ( απομνημονεύματα τόμος 3, σελίδα 97 ) να τους συμφιλιώση και εδέχθησαν να εξέλθουν όλοι οι νησιώτες με τα πλοία τους σ’ ενίσχυσι του Αγώνος”.

Ήταν στη πολιορκία των Τρικόρφων και κατά τον Φωτάκο, ήταν πλησίον του Υψηλάντη, του Σέκερη, του Μαυρομιχάλη κ.α. Μαζί με άλλους προύχοντες, αρχιερείς και καπετανέους πήγαν στο Άστρος και υποδέχτηκαν τον Υψηλάντη. Κατά την πολιορκία της Τριπόλεως, όπως γράφει ο Κανέλλος Δεληγιάννης( απομνημονεύματα, τόμος 11, σελίδα 128 ) συνέβησαν δύο επεισόδια, που πρωτοστάτησε η εθνική ψυχή του Άνθιμου.

“Η ανάγκη χρημάτων ήταν αισθητή. Εν τω μεταξύ το κλονιζόμενο ηθικόν του στρατού έπρεπε να αναστηλωθή. Ο επίσκοπος Έλους , παρόμοιος με τον ερημίτη Πέτρο, ελειτούργησε στην κορυφή ενός βράχου, μπροστά σ’ όλο το στρατόπεδο. Έπειτα απευθυνόμενος στο στρατό που είχε παραταχθή σιωπηλός μπροστά του, περιέγραψε με ζωηρά χρώματα τις θηριωδίες των Τούρκων και αφού τους εξώρκισε να υπερασπιστούν ως την τελευταία τους πνοή τη θρησκεία και την πατρίδα, κυριευμένος από ένα άγιο ενθουσιασμό απλώνοντας το χέρι του προς την Τριπολιτσά “θέλω να πεθάνω, να πεθάνω σαν μάρτυς και να ταφώ ανάμεσα στους γενναίους που θα χαθούν πολεμώντας κι’αυτοί επίσης θα είναι μάρτυρες”. Τότε όλος ο κόσμος θα πεθάνει για την ελευθερία”

Κατά το δεύτερο επεισόδιο είχε επέλθει φιλονικία μεταξύ του Πάνου Κολοκοτρώνη και του Κανέλ. Δεληγιάννη. Τότε όλοι οι αρχηγοί των σωμάτων πήγαν στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και ζήτησαν να διορθώσει τα πράγματα. Και αυτός έβαλε τους αρχιερείς Βρεσθένης και Έλους και τον Ν. Ταμβακόπουλο να μεσολαβήσουν για ην διόρθωση, την οποία και πέτυχαν.

Επίσης πέτυχε να κατευνάσει τον αναβρασμό μεταξύ των πολιορκητών της Τριπόλεως εξαιτίας της αυστηρής συμπεριφοράς του Υψηλάντη σε Έλληνα στρατιώτη, που είχε φονεύσει δύο αιχμαλώτους Τούρκους.

Γενικά ο Άνθιμος, κατά τον ιστορικό Φραντζή ( χρονικόν ) “εστάθη αμίλητος, περιτρέχων όσον ουδείς άλλος με τα στρατεύματα, υποφέρων τας μεγαλύτερας κακουχίας, δικάσκων και ενθαρρύνων τους στρατιώτας, είχεν απαραδειγμάτιστον ενθουσιασμό δια την ανέγερσιν της Πατρίδος”.

Πέθανε από τύφο μετά την πολιορκία της Τρίπολης. Έτσι δεν πρόφθασε να δεί πραγματοποιημένο τον ένθερμο πόθο του: να
δεί ελεύθερη την Έλλάδα.

Άφησε δε την οικογένειά του σε τέτοια φτώχεια, ώστε ο γιός του, όπως γράφει ο Ηλ. Παπαθανασόπουλος ( Ιστορία, τεύχος 57,σελίδα 150 ) “ εξελιπάρει πενιχράν σύνταξιν παρά της Κυβερνήσεως. Ο έξοχος αυτός κληρικός και φλογερός πατριώτης περιέπεσεν εις άγνοιαν.

Κατελέχθη μόνον εις το Πάνθεον των ηδικημένον”.



Οι Πρώτοι Φιλικοί

Είναι γνωστό ότι η διάδοση των αρχών της Φιλικής Εταιρίας άρχισε στην Πελοπόννησο το 1818. Στην αρχή κατηχήθηκαν οι αρχιερείς και οι προύχοντες και το 1820 οι λαϊκές τάξεις.

Απο τους κληρικούς της επαρχίας μας εκείνοι που πρώτοι μυήθηκαν και έγιναν μέλη αυτής ήταν ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος ( Παγώνης ) και ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος ( Σκαλιστήρης ).

Άλλοι: Καλογεράς Παναγιωτάκης( ΑΤΑ 186 ), Δεσποτόπουλος Γεώργιος( ΑΤΑ 35),Δεσποτόπουλος Ιωάννης ( ATA 34 ), Μανιατάκος Τζανέτος ( ATA 94 ), Παναγιωτόπουλος Γεώργιος ( ΑΤΑ 33 ), Παπαδάκης Αντώνιος μυήθηκε το 1818, Σπανιολάκης ( Σπανιόλος ) Θωμάς ( ΑΤΑ 36 ) από τη Μονεμβασία.

Αλλά πριν από αυτούς είχαν μυηθεί από το 1817 και είχαν γίνει ενεργά μέλη της εταιρίας οι διαμένοντες στη Ρωσία: 1) Βατικιώτης Δημήτριος ( ΑΤΑ 24 ) και 2) Βοτινιώτης Ιωάννης συγγενής του Δημητρίου ( ΑΤΑ 25 ) από το Φαρακλό.

Σημαντική εξ ίσου υπήρξε και η δράση των δύο προαναφερθέντων κληρικών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης ( απομνημονεύματα, τόμος 15, σελίδα 16 ) αξιολογώντας τη συμβολή τους γράφει “οι εις την Πελοπόννησον της πρώτης τάξεως υποκινήσαντες και ενεργήσαντες αυτόν τον αγώνα και οίτινες έρριψαν τον ακρογωνιαίον λίθον του Κολοσσιαίου αυτού οικοδομήματος ήταν οι εξής: οι εν των αρχιερέων της πρώτης τάξεως συντελέσαντες: ο Μονεμβασίας, ο Ναυπλίου, ο Π. Πατρών, ο Μοθώνης, ο Έλους και ο Αρεσθένης”.

Δεν πρέπει να αποσιωπηθεί η ενεργετική για τον Εθνικό Αγώνα ενέργεια του Παναγιώτη Καλογερά.Πρίν την κήρυξη της επανάστασης και την πολιορκία της Μονεμβασίας κατόρθωσε να πείσει τους Τούρκους να μοιράσουν στους χωρικούς της επαρχίας όσο σιτάρι ήταν αποθηκευμένο στο κάστρο. Έτσι οι Τούρκοι βρέθηκαν από τις πρώτες μέρες σε μεγάλη δυσκολία και κατά την διάρκεια της πολιορκίας εξαιτίας της πείνας αναγκάστηκαν να παραδοθούν.

Προέβη μαζί με τον Δεσποτόπουλο στην ενέργεια αυτή, γιατί γνώριζε εκ των προτέρων και είχε υπολογίσει, όπως γράφει ο Κωστ. Καλογεράς “ το μέγα κέρδος , υλικόν και ηθικόν, που θα έφερεν η πτώσις ενός φρουρίου γνωστού λόγω της φυσικής και τεχνητής αυτού οχυρώσεως ως απορθήτου.

Τα επανοκολουθήσαντα γεγονότα τον εδικαίωσαν”.



Οι Κλέφτες και η Δράση τους

Ο αριθμός των κλεφτών στην επαρχία μας υπολογίζεται γύρω στους 100 πρίν το 1770 και στους 100 - 150 μετά το 1770. Δεδομένου ότι ο αριθμός των αρχηγών καπεταναίων, κυμαίνονταν στους 8 με 10, και των ανδρών και των παλλικαριών του καθενός τουλάχιστον στους 20 - 25 άνδρες. Εννοείται ότι τις παραμονές της Εθνικής Επανάστασης ο αριθμός είχε αυξηθεί και ήταν περισσότεροι.

Κατά τον Αμβρ. Φρατζή γνωστοί αρχηγοί ήταν: Κρεμαστιώτης Πάνος ( κατάγονταν από την Κρεμαστή ). Υπήρξε ξακουστός στα έτη 1775 - 1787. Είχε εξολοθρεύσει πολλούς Τούρκους και είχε γίνει ο υπερασπιστής του τυραννισμένου λαού μας. Επανειλημμένως περιφέρονταν στην ανατολική Πελοπόννησο και με το “μπαϊράκι του συνέτριψε τα αποσπάσματα που εστέλλον εναντίον του από την Τρίπολιν”. Κατά τον διωγμό των κλεφτών δολοφονήθηκε την 16η Μαρτίου 1787 κατόπιν προδοσίας σε ενέδρα ( καρτέρι ), που του έστησαν οι Τούρκοι στο Γεράκι μαζί με τα 35 παλικάρια του.

Καρακίτσος Γεώργιος Νικόλαος και Παναγιώτης. Κατάγονταν από την Λογκάστρα της Σπάρτης, αλλά είχαν καταφύγει στο Ζάρακα όπου και έδρασαν. Με τη προστασία τους κάλυπταν ολόκληρη την οροσειρά του Πάρνωνα μέχρι Μαλέα και Έλος.

Στρατηγούλης Πέτρος, Τσάκωνας(ή Τζακώνης) Ανδρέας. Συνεργάζονταν με το Ζαχαριά.

Στους ανωτέρω πρέπει να προστεθεί και ο ονομαστός Ζαχαριάς ( Μπαρμπιτσιώτης ), γιατί σημείωσε δράση και στην περιφέρεια Έλους, “οι κλέφτες εσκορπίσανε, γινήκαν τρία μπουλούκια και ο Γιώργης πάει στο Μαλεβά κι ο Ζαχαριάς στο Έλος”. Την περιοχή Έλους, προκειμένου να την έχει δική του την είχε απαιτήσει από τους Τούρκους που του την είχαν παραχωρήσει, έπειτα από το επεισόδιο του με τον Μπέη της Μονεμβασίας Αλή, εξαιτίας της αρπαγής απ’ αυτόν μιας κοπέλας από τον Κοσμά.



Στρατιωτικοί της Περιοχής

Το 1865 συστήθηκε άλλη επιτροπή με πρόεδρο τον αντιστράτηγο Γενναίο Κολοκοτρώνη, που κατάρτησε τρία Μητρώα: α) των αξιωματικών β) των υπαξιωματικών και γ) των στρατιωτών. Τους αξιωματικούς είχε διαιρέσει σε 7 τάξεις και τους υπαξιωματικούς σε δύο.Συμπολίτες μας αξιωματικοί ήταν:

Δρίβας Νικόλαος

Ηλιόπουλος Γεώργιος

Ζουμπουλάκης Αναγνώστης

Καρακίτσος Φελούρης Σωτήριος υποχιλίαρχος τάξις 5η

Καρακίτσος Δημήτριος αντιστράτηγος τάξις 6η

Καλκανδής Δημήτριος

Καλκανδής Ιωάννης ή Μπακαζάκος

Καπιτσίνης Χαράλαμπος. Υπηρέτησε σ’ όλο τον αγώνα ως ιατροχειρούργος παρέχοντας και άλλες υπηρεσίες.

Μοίρας Γρηγόριος, τάξις 6η

Κρανίδης Ιωάννης, χιλίαρχος

Παπανάκος Παν., χιλίαρχος

Ντρίβας Στράτης, τάξις 6η

Παυλάκος Γιάννης, τάξις 7η

Παπαδάκης Κων. , χιλίαρχος

Κουμουτσάκος Παναγ. , ταξίαρχος

Αγγελάκος Ανδρέας, χιλίαρχος

( αρχ. αγωνιστών 155 )

Παπαγεωργίου Ν. Λάμπρος, εκατόνταρχος

Αλιφέρης Θεοφάνης, χιλίαρχος

Σταθάκης Χρήστος

Τριανταφυλλάκος Τριαντάφυλλος, τάξις 7η

Φελούρης Ιωάννης Ν. , τάξις 6η

Υπαξιωματικοί: Γιαννιός Νικόλ., Δρίβας Ιωάννης, Ανούσης, Καλογεράς Π. Νικόλαος, Καλογεράκος Γεώργιος, Καλαμβόκης Ιωάννης, Λιανός Παναγιώτης, Λαμπρινάκος Νικόλαος, Ντρίβας Ιωάννης, Νικολακάκος Δημήτριος και Μακρής Παναγιώτης.

Όλοι δευτέρου βαθμού.



Ονόματα Πελοποννήσιων Φιλικών από τα Αρχεία της Τσαρικής Αστυνομίας

ΛΑΚΩΝΙΑ: ΣΠΑΡΤΗ:

Αθανασόπουλος Τριαντάφυλλος, Τρουπάκης Διονύσης, Αθανασάκης Λυμπέρης, Αθανασίου Νικόλαος, Βενετσανάκος Παναγιώτης, Νικόλαος και Αναγνώστης, Βενετζάνος - Κέτζος Γαϊτανάρος, Ιωάννου Νικόλαος, Μαϊνής Νεόφυτος, Μαμούνης Δημήτριος και Ιωάννης, Χρυσοσπάθης Ηλίας και Ιωάννης, Χρηστέας Νικόλαος, Παναγιώτης και Δημήτριος, Χατζάκης Ιωάννης, Πισκοπέας Γεώργιος, Δημητρίου Θεόδωρος, Πανταζόπουλος Θεόδωρος.

ΒΑΤΙΚΑ: Βατικιώτης Δημήτριος και Ιωάννης.

ΦΑΛΑΚΡΟ: Χαραμής Δημήτρης, Κρεββατάς Παναγιώτης, Λέανδρος Μιχαηλ.

ΑΝΔΡΟΒΙΤΣΑ: Τρουπάκης Παναγιώτης και Διονύσης.

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ: Παναγιωτόπουλος Γεώργιος, Δεσποτόπουλος Ιωάννης και Γεώργιος, Σπανιωτάκης Θωμάς.

ΓΥΘΕΙΟ: Θεοδωρακόπουλος Γεώργιος και Θωμάς.

ΟΙΤΥΛΟ: Αναγνωστάκης Παναγιώτης, Μαυρομιχάλης Πέτρος, Ιωάννης, Κατζής, Κυριακούλης, Κωνσταντίνος, Αναστάσης, Γιώργης και Ηλίας, Κατζάκης Ηλίας.

ΠΕΤΡΟΒΟΥΝΙ: Καπετανάκης Μιχαήλ, Γιωργάκης και Γιαννάκης.

ΜΗΛΙΑ: Θεάκος Ιωάννης.

ΛΟΓΚΑΣΤΡΑ: Γεωργακόπουλος Γ.

ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΓΕΝΙΚΑ:

Αγαλλόπουλος Γεώργιος, Ανδρουβίτσας Θεόκλητος, Αναγνωστόπουλος Ηλίας και Δημήτριος, Γιατράκος Παναγιώτης, Γεώργιος Μιχαλάκης και Νικόλαος, Γρηγοράκης Αντώνιος, Τσιγκούνης και Δημήτρης, Δημητρόπουλος Πάνος.

( ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ) 1964



Υλικές Προσφορές για τον Αγώνα

Στη θάλασσα: οι Βατικιώτες( Παυλάκης, Κατογάς, κ.α. ) από τους πρώτους εξεγερθέντες έσπευσαν με πολλούς ναύτες να μετάσχουν στίς πρώτες επιθέσεις του Ελληνικού στόλου εναντίον των Τούρκων. Επίσης ο Ιωάννης Πολυχρόνιος (Πολυχρονίου) από το Κυπαρίσσι με το εξοπλισμένο πλοίο του συντάχθηκε με τον στόλο της Ύδρας. Σ’ αυτήν την επιχείρηση -αποκλεισμός του Ναυπλίου- πλοίαρχοι ήταν: Σαχτούρης, Λ. Τσώρτσος ( Τζώρτζης ), Γκίκας Ιωαν., Πολυχρόνιος Ιωάννης μετά του Λ. Πιτότση κ.α.

Την 24η Μαρτίου 1821 ανταρτικά σώματα από τον Γ. Ηλιόπουλο, από τα Καλύβια

(Ασωπού ) με αρχηγό τον Σταθάκη, τον Ζουμπουλάκη,απο τα Νιάτα, τον Γρηγ. Μοίρα, από την Ελίκα και Αρχάγγελο με αρχηγό τον Ιωάννη Κρανίδη, αφού ενώθηκαν με τ’ άλλα στρατιωτικά σώματα των Μανιατών άρχισαν την πολιορκία της Μονεμβασίας και παρέμειναν μέχρι τη άλωσή της. Μετά πήγαν σε άλλα στρατόπεδα και έλαβαν μέρος σε διάφορες μάχες. Κατά την φοβερή ήττα του Ιμπραήμ από τους Μανιάτες τον Απρίλιο του 1826 είχε λάβει μέρος με 300 στρατιώτες του ο Κρανίδης Φελούρης, που πολέμησε ηρωϊκώτατα, όπως και ο Ιωάννης Καλαμπόκης.



Προσφορές εφοδίων

Δεν ήταν καθόλου ασήμαντη η προσφορά της επαρχίας στον Αγώνα και σε εφόδια, ιδίως τις αρχές, όταν υπήρχε μεγάλη έλλειψη πολεμοφοδίων.Άφθονα υπήρξαν την άλωση της Μονεμβασίας. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Βουτιέ μαζί με το Γάλλο φιλέλληνα Μ. Ρεμπώ συγκέντρωσε το πολεμικό υλικό από τους 760 τούρκους και το μετέφερε στην Τρίπολι και ήταν: 60 κανόνια, 3 όλμοι, 8-9 χιλιάδες σφαίρεςι, 600 βόμβεςι, 600 τόνοι πυρίτιδα. Αλλά η πλέον σημαντική προσφορά κυρίως, πρίν την κηρύξη της επανάστασης, αλλά και μετά από αυτήν, υπήρξε το νίτρο, που κατά 75% είναι αναγκαίο για την παρασκευή πυρίτιδας.



Οι απώλειες στον Αγώνα

Ανατολικά ο αριθμός των οικογενειών κατά χωριό ήταν ο εξής, σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του τοποτηρητού της Μονεμβασίας Γεωργίου Οικονόμου: Μονεμβασία με περιοίκους 100, Βάτικα ( διηρημένη σε 6 χωριά: Φαρακλό, Λάχι, Καστανιά, Μεσοχώρι, Βελανίδια, Άγιος Μικόλαος ) 345, Κουλέντια 45, Λυρά ( με την Δαιμονιά και Ελίκα ) 98, Άγιος Νικόλαος 53, Βεκθλές 37, Φοινίκι 81, Συκιά ( με Αγίους Θεοδώρους και Αγγελώνα ) 118, Καταβόθρα 40, Πάκια 42, Μολάοι 56, Βλαχιώτη 17, Μπεζάνι 35, Γούβες 5, Απιδέα 39, Νιάτα 74, Κρεμαστή ( διηρημένη σε Κυπαρίσσι, Χάρακκα και Ρηχιά ) 74, Πιστάματα 4, και Γέρακας 55. Ενώ πριν από την επανάσταση ο αριθμός των οικογενειών ήταν περίπου τριπλάσιος.

Στίς απώλειες όμως πρέπει να συμπεριληφθούν και οι υλικές ζημιές, όπου “η φωτιά και το τσεκούρι του Ιμπραήμ, δεν άφησε τίποτε σχεδόν”.



Ποτίζοντας το Δέντρο της Λευτεριάς

Μετά την ηρωϊκή αντίσταση απο τον Κώστα Σολιώτη με 70 πολεμιστές στα Τρίνησα ο Ιμπραήμ εισέβαλε στο Έλος “καίων τα χωριά και ούκ ολίγας άλλας φθοράς προξένων εις τα πεδινά και φόνους και αιχμαλώσίας τινων αδυνάτων ου επρόφθανε φεύγοντας προς τα ορεινά του Πάρνωνος”.

Υπολογίζεται ότι χάθηκαν περισσότεροι των 200 ψυχών. Απο κεί στίς αρχές Σεπτεμβρίου 1825 με τον συγκροτημένο στρατό του από 25 χιλιάδες προχώρησε προς τον Ζάρακα και κατέληξε στο Κυπαρίσσι, όπου πανικόβλητοι και γεμάτοι απόγνωση είχαν καταφύγει πάρα πολλοί από τα χωριά του Έλους. Οι καταδιωγμένοι ήταν περί τους 1.500 - 2.000, δηλαδή σχεδόν το ενα τρίτο του πληθυσμού της επαρχίας. “Τόσον πολύ ο φόβος κατέλαβε τον κόσμον, γράφει ο Φωτάκης, ώστε και ένα τοουφέκι αν ηκούετο έφευγαν καθώς οι λαγοί”.

Προηγουμένως ο Ιμπραήμ πέρασε από το Μαριόρρεμα, όπου τον χτύπησε ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.

Πρίν ο Ιμπραήμ φτάσει στο Κυπαρίσσι περίπου χίλια άτομα συγκεντρώθηκαν και οχυρώθηκαν σε απότομο και δυσπρόσιτο μέρος του χωριού -αφού πρώτα επιδιόρθωσαν τους τοίχους- που λέγεται “Παλιόχωρα”. Δυστυχώς προδόθηκαν από κάποιον από το Μαρί και τότε οι Αιγύπτιοι επιτέθηκαν με λύσσαν εναντίον τους, γιατί προηγουμένος στην τοποθεσία “Αγία Βαρβάρα” τους είχαν επιτεθεί οι οπλαρχηγοί Γ. Δρίβας και Γ. Ηλιόπουλος με 80 μαχητές. Το φρούριο κυριεύτηκε και η τιμωρία υπήρξε πικροτάτη. Τους άνδρες τους κατέσφαξαν και τα γυναικόπαιδα τα αιχμαλώτισαν. Μαζί με τους αιχμαλώτους προχώρησαν στην Κρεμαστή και την έκαψαν.

Στις 5 Αυγούστου 1825 η δεύτερη φάλαγγα του Ιμπραήμ αφού πέρασε από τα Ολυμπιοχώρια (Κοσμά κ.τ.λ. ), έκαψε την κωμόπολη Πράστο και ύστερα στράφηκε κατά τη Μάνη. Καίει το Βρονταμά και πολιορκεί την Κρεμαστή. Οι κάτοικοι του χωριού αντιστάθηκαν στον εχθρό, αλλά αφού μείνανε τρείς μέρες δίχως νερό, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Πολλοί όμως απ’ αυτούς, άνδρες, γυναίκες και πολλά κορίτσια, προτίμησαν να ριχτούνε στον γκρεμό “δια να αποφύγωσι τα αίσχη της αιχμαλωσίας”.

Οι αιχμάλωτοι, ήταν κάτω από αυστηρή φρούφηση και υπόφεραν πολλά μαρτύρια. Κάποιος μη μπορώντας ν’ αντέξει περισσότερο, όπως λέει η τοπική παράδοσι, πρότεινε να δεχθούν την πρόταση των Αιγυπτίων να αλλαξοπιστήσουν. Η απάντηση του δόθηκε απο τον Κρεμαστιώτη Ο. Συκιώτη ή Σταθάκη: “Βρε άπιστε χάνουμε τη ζωή μας να χάσωμε και τη ψυχή μας”. Οι Αγύπτιοι ακούγοντας τούτο επετέθηκαν εναντίον του, και παρ’ όλη την αντίσταση που προέβαλλε, με μανία αμέσως τον έσφαξαν, μαζί με εφτά άλλους χωριανούς του.

Ο Π. Δεδεδήμος ιστορώντας το επεισόδιο λέγει: “επί του τόπου του μαρτυρίου των εκτίσθη βραδύτερον ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Το τραγικόν τέλος των, η ιστορική μνήμη το αγνόησε, η μικρά γενέτειρα των όμως το ετίμησε και το παρέδωσεν εις την αιωνιότητα της Ελληνκής Φυλής ”.

Οι άλλοι αιχμάλωτοι, όσοι έζησαν από τα βασανιστήρια και τίς κακουχίες μετεφέρθηκαν στο στρατόπεδο των Αιγύπτιων στην Πύλον και απ’ εκεί νηστικοί και ρακένδυτοι στάλθησαν στην Αίγυπτο.

Μετά την Απελεθεύρωση και κατόπιν της συνθήκης του 1829 ελάχιστοι επέστρεψαν: από Νιάτα δύο γυναίκες της οικογένειας Ζώταλη, από τα Κουπιά ο Αντ. Παναρίτης με τη γυναίκα και τη μητέρα του, ο Π. Παναρίτης, η συζυγός του Χρ. Σταμογιάννου, από την Ρηχιά η γριά Σαρμπάνη και από το Κυπαρίσσι η γριά Κουρούπη.



Η Άλωση της Μονεμβασίας

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι στο φρούριο της Μονεμβασίας είχαν βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Εκτός από την έλλειψη τροφίμων, που τους ανάγκασε να τρώνε ποντίκια, φραγκοσυκιές, ακόμη και ανθρώπινα πτώματα τους είχαν αποδεκατίσει και οι επιδημίες.

Στις 9 Ιουνίου ο Πετρόμπεης κρίνοντας την περίσταση πρόσφορη απηύθηνε στους πολιορκημένους έγγραφο να παραδοθούν με όρους. Εκείνοι όμως απάντησαν ότι δεν είχαν εμπιστοσύνη στους αρχηγούς των ενόπλων και έστειλαν στα Βέρβαινα πρεσβεία ( 20 Ιουνίου ) προτείνοντας να φύγουν με τα όπλα τους για το Ναύπλιο ή την Κρήτη. Ο Υψηλάντης όρισε εκπρόσωπο του στις διαπραγματεύσεις τον πρίγκηπα Αλέξανδρο Κατακουζηνό. Οι αγάδες ήθελαν να παραδώσουν μόνο την πόλη και όχι το κάστρο και παρέτειναν μόνο τις συνεννοήσεις, ελπίζοντας σε Τουρκική βοήθεια.

<Στο Ελληνικό στρατόπεδο δημιουργήθηκαν τότε διαφωνίες. Πολλοί αρχηγοί ενόπλων, που είχαν υποσχεθεί στους άνδρες τους πληρωμές από τα λάφυρα, τους πίεζαν να δεχθούν μόνο την πόλη, ο Κατακουζηνός όμως ορθότατα επέμενε στην παράδοση και του κάστρου.

Στις 12 Ιουλίου κατέλαβαν από τη μια οι Έλληνες την πηγή, από όπου έπαιρναν νερό οι πολιορκημένοι, και από την άλλη οι Τούρκοι της πόλεως το κάστρο με δόλο και ήλθαν σε συνεννοήσεις με τον Κατακουζηνό. Στις 21 Ιουλίου έγιναν δεκτοί οι όροι του Κατακουζηνού και οι Τούρκοι έφυγαν χωρίς τα όπλα τους ( είχαν απομείνει πια μόνο 750 )
, δεν πλήρωσαν όμως έξοδα πολιορκίας. Όσοι δεν είχαν περιουσία, μπορούσαν να πάρουν τα αργυρά κοσμήματα των όπλων τους. Αν δεν τους δέχοταν οι Άγγλοι στο Τσιρίγο ( όπως και συνέβη ), θα πήγαιναν στη Μικρά Ασία.

Στις 23 Ιουλίου οι Έλληνες μπήκαν στο κάστρο, όπου βρήκαν κανόνια, βόμβες και άφθονα πυρομαχικά, τα περισσότερα από τα οποία μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων. Η παράδοση της Μονεμβασίας είχε μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της επανάστασης. Αν και το κάστρο της Μονεμβασίας δεν ήταν από τα σπουδαιότερα, η άλωσή του αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων, ήταν το πρώτο ονομαστό κάστρο που έπεφτε στο χέρια τους. Αντίθετα η κάλυψη του συντέλεσε στην πτώση του ηθικού των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Οι όροι της αποχώρησης των Τούρκων τηρήθηκαν κατά γράμμα.

Μετά την άλωση της Μονεμβάσιας δημιουργήθηκαν έριδες ανάμεσα στους Έλληνες. Επειδή οι Λάκωνες όρμησαν πρώτοι στις αποθήκες του κάστρου, για να σκεπάσουν την ενέργεια τους διέδιδαν συκοφαντίες εναντίον του Κατακουζηνού και του Γεωργίου Πάνου κατηγορώντας τους για ανάλογες πράξεις.

Εξοργισμένος ο Κατακουζηνός εγκατέστησε ως φρούραρχο τον Παναγιώτη Ορφανό και έφυγε για να συναντήσει τον Υψηλάντη.

Ο Γεώργιος Πάνου, που είχε προσφέρει πολλά στο θαλάσσιο αποκλεισμό του κάστρου, μόλις μπόρεσε να ξεφύγει από τη μανία του εξοργισμένου λαού χάρη στην επέμβαση του Δημήτριου Υψηλάντη.

Ο Ορφανός, άντρας με διοικητικές ικανότητες, μπόρεσε να επιβάλει γρήγορα την τάξη, αντέδρασαν όμως εναντίον του οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, που έβλεπαν στο πρόσωπο του έναν έμπιστο του Υψηλάντη, ο οποίος τελικά πείστηκε να τον αντικαταστήσει με τον Παναγιώτη Καλογερά, άνθρωπο έντιμο, αλλά χωρίς τις ικανότητες του Ορφανού.

Βιβλιογραφία: Ιστορία Ελληνικού Έθνους Εκδοτική Αθηνών Τόμος Β΄



Η Τιμωρία του Αλη-Μπέη της Μονεμβασίας

Το περιστατικό αναφέρεται από πολλούς ιστοριογράφους και ιστορείται περί το 1790. Ο ισχυρός Αλημπέης της Μονεμβασίας περιοδεύοντας βρέθηκε σε πανηγύρι στο χωριό Κοσμάς, όπου στο χορό των κατοίκων είδε “ωραιότατη κόρην την οποία, επόθησε”.

Προσπάθησε επίμονα με δελεαστικές προτάσεις να την πείσει να τον ακολουθήσει, αλλά εκείνη αρνιόταν με πείσμα. Τότε εκείνος ανέθεσε στους άνδρες του να τη συλλάβουν και όταν εκείνη αντέδρασε στις επιθυμίες του διέταξε να τη σκοτώσουν με φρικτά βασανιστήρια. Πράγματι εκείνοι την βασάνισαν με φρικτό τρόπο και τελικά: “έθεσαν τους μαστούς της κόρης εντός κασέλας και κλείσαντες βεβαίως το σκέπασμα απέκαμαν αυτούς εκ του σώματος της εθνομάρτυρος κόρης”. Το φρικτό και απαίσιο έγκλημα διαδόθηκε γρήγορα και ο καπετάν-Ζαχαριάς αποφάσισε τη σκληρή τιμωρία του Αλήμπεη. Ανέθεσε σε έμπιστους ανθρώπους του, να παρακολουθούν τις κινήσεις του Αλήμπεη και να τον ενημερώνουν συνεχώς.

Μετά από αρκετό καιρό ο Αλήμπεης βγήκε απ’ το φρούριο με μεγάλη συνοδείας για κυνήγι. Ο καπ. Ζαχαρίας ειδοποιήθηκε εγκαίρως και έσπευσε εναντίον του με μικρή δύναμη ανδρών. Στήνοντας ενέδρα του επιτέθηκε σε κατάλληλη τοποθεσία και τον συνέλαβε, μαζί με τους άντρες που είχαν απομείνει, αφού οι υπόλοιποι σκόρπισαν τρομαγμένοι. Ο ίδιος ο Αλήμπεης προσπαθώντας να ξεφύγει καταδιώχτηκε και συνελήφθηκε απο τον ίδιο το Ζαχαρία. Η τιμωρία του υπήρξε ανάλογη με το έγκλημά του. “ Τον εφόνευσε παραύτα δια διαμελισμού και τα τεμάχια του εφόρτωσε εις τον ίππον του και τα απέστειλεν εις Μονεμβασίαν μετά των αιχμαλωτισθέντων ανδρών του”.

Βιβλιογραφία: Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Βενετοκρατίαν 1460-1824

Εκδόθηκε 1993, Αθήνα Κυρ. Ν. Στάππα
HOME